σκωτσέζικος

σκωτσέζικος
-η, -ο, Ν [Σκωτσέζος]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Σκωτία ή στους Σκώτους ή αυτός που προέρχεται από αυτούς, σκωτικός («σκωτσέζικο ύφασμα»)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα σκωτσέζικα
η σκωτική γλώσσα.
επίρρ...
σκωτσέζικα
κατά τρόπο σκωτσέζικο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • σκοτσέζικος — η, ο, Ν βλ. σκωτσέζικος …   Dictionary of Greek

  • τουίντ — το, Ν άκλ. (υφαντ.) ύφασμα το οποίο έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την τραχιά επιφάνεια και ως βασικό χρησιμοποιούμενο υλικό το μαλλί, αλλά υφαίνεται και με συνδυασμό μαλλιού και βαμβακιού, μαλλιού και ρεγιόν, μαλλιού και συνθετικών ινών. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”